25 Φεβ 2010

Aspasia Krystalla




«Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω την παρούσα κατάσταση πραγμάτων, θα την ονόμαζα – μετά το όργιο. Όργιο είναι όλη η εκρηκτική στιγμή της νεωτερικότητας, η στιγμή της απελευθέρωσης σε όλους τους τομείς.
Πολιτική απελευθέρωση, σεξουαλική απελευθέρωση, απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων, απελευθέρωση της γυναίκας, του παιδιού, των ασυνείδητων ενορμήσεων, απελευθέρωση της τέχνης. Επώμιση όλων των μοντέλων παράστασης και όλων των μοντέλων αντιπαράστασης. Ήταν ένα όργιο ολικό, στο όποιο έλαβαν μέρος το πραγματικό, το ορθολογικό, το σεξουαλικό, το κριτικό και το αντί-κριτικό , η αύξηση και η κρίση της αύξησης.
Διανύσαμε όλους τους δρόμους της παραγωγής και της δυνητικής υπερπαραγωγής αντικειμένων, σημείων, μηνυμάτων, ιδεολογιών, ηδονών. Σήμερα πλέον όλα έχουν απελευθερωθεί, ο κύβος ερρίφθη και ξαναβρισκόμαστε μπροστά στο καίριο ερώτημα –ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΕΤΑ ΤΟ ΟΡΓΙΟ;» Ζαν Μποντριγιάρ.



Το έργο της Ασπασίας Κρυσταλλά βασίζεται σε μια φωτογραφία του Hiroshi Sugimoto με τίτλο “ Hyena – Jackal – Vulture ”.
Με σχεδόν αφηγηματικό τρόπο, η καλλιτέχνης επιχειρεί να αποδώσει μια μικρογραφία της κοινωνίας και του πολιτισμού μέσα στον οποίο, ως αρπακτικά, καταναλώνουμε τον θάνατο, τα συναισθήματα και τα δικαιώματα του άλλου.
Θεατής πρωτίστως η ίδια, μας υπογραμμίζει μέσα από τη διπολική σχέση θεατή-καλλιτέχνη ότι η θέαση μιας εικονογραφημένης σχεδιαστικά εικόνας δεν είναι θέμα μιας απλής ανάγνωσης-θέασης αλλά μιας άμεσης καταγραφής μιας χειρονομίας που από μόνη της αποτελεί τμήμα της πραγματικότητας.

Το έργο της, βέβαια θέτει ένα άλλο ερώτημα. Ποιας πραγματικότητας; Του Hiroshi Sugimoto, της ίδιας; Μιας πραγματικότητας της υπερκαταναλωτικής κοινωνίας;
Μιας κοινωνίας της θέασης;




“If I had to characterise the current state of affairs, I would say that it is ‘after the orgy’. The orgy, in a way, was the explosive movement of modernity, of liberation in every domain. Political liberation, sexual liberation, liberation of productive forces, women's liberation, children's liberation, liberation of unconscious drives, liberation of art. The assumption of all models of representation, all models of anti-representation. It was a total orgy of reality, rationality, sexuality, critique and anti-critique, growth and crisis of growth.

We have explored all the paths of production and virtual overproduction of objects, signs, messages, ideologies, pleasures. Today everything has been liberated, the dice has been rolled, and we are faced with the crucial question: WHAT DO WE DO AFTER THE ORGY?” Jean Baudrillard

Aspasia Kristala’s work is based on a photograph taken by Hiroshi Sugimoto titled “Hyena – Jackal – Vulture”.
In an almost narrative way, the artist attempts to render a miniature of society and the culture in which, as vultures, we consume the death, emotions and rights of others.
She herself being the primary observer, she points out through the dual relationship of observer-artist that the viewing of an illustrated/drawn image is not a matter of simple reading-viewing, but a direct recording of a gesture that on its own forms part of reality.
Of course, her work poses another question. Which reality? That of Hiroshi Sugimoto or hers? The reality of an over-consuming society? A viewer society?

4 Φεβ 2010

Δημόσιος Εργασία








Δημόσιος χώρος, δημόσια εργασία, δημόσιες συναντήσεις, δήμος-πόλη, διαδρομές-πολιτισμοί, ποίηση-κείμενα, ετερονύμια, η εργασία του Patrick Meyer, χαρακτηρίζεται από τη σχέση του καλλιτέχνη με τον παγκόσμιο πολιτισμικό και κοινωνικό ιστό, έξω από όποια μνημειώδη κατανάλωση.
Το έργο του, ανοικτό στο παγκόσμιο κοινό, εξελίσσεται στο βεληνεκές του χρόνου, σε ένα χρόνο που προκαλείται από γεγονότα, αντιδράσεις, σκέψεις του καλλιτέχνη και του αποδέκτη.
Με μια λέξη, το έργο του Patrick Meyer προκαλεί συναντήσεις και δίνει rendez-vous, διαχειρίζοντας τοn ίδιο το χρόνο, αυτόν που μέσα από τον αυτό-προσδιορισμό του λειτουργεί ως βασική αρχή της εξέλιξης του έργου.
Δεν πρόκειται πάντα για συναντήσεις με το κοινό, με «rendez-vous d’ art», όπως το είχε προσδιορίσει ο Marcel Duchamp, καθορίζοντας αόριστα ότι κάποια ώρα της ημέρας όποιο αντικείμενο θα έπεφτε στην αντίληψη του θα το μετέτρεπε σε προκατασκευασμένο αντικείμενο (ready –made), αλλά για rendez-vous όπου αναπτύσσονται –όχι τα όρια της τέχνης- αλλά οι ικανότητες αντοχής της τέχνης, σε ένα δεδομένο χρόνο, στο εσωτερικό του κοινωνικού και πολιτισμικού ιστού.
Ο καλλιτέχνης, βασιζόμενος σε αυτήν την προβληματική, αναπτύσσει συγγενικές σχέσεις με κοινές φόρμες έκφρασης, οι οποίες προέρχονται από τις δράσεις και αντιδράσεις του κοινωνικού χώρου. Το αποτέλεσμα είναι, ότι υπογραμμίζει με σαφήνεια τις εξωτερικές αυτές σχέσεις ενός πολιτιστικού πλαισίου που αντιστέκεται στη «κοινωνία του θεάματος».
Το έργο του μπορούμε να πούμε ότι είναι ένα είδος έμμεσης κοινωνικής κριτικής στις ουτοπίες της καθημερινότητας, μέσα από τις οποίες καλείται να πάρει θέση πρωτίστως ο ίδιος, ανατρέποντας όλα τα υλικά αδιέξοδα, ενώ παράλληλα προσφέρει τη δημόσια-εργασία στον καθένα από μας χωρίς χρονικούς περιορισμούς.




Public space, public work, public meetings, municipality-city, paths-cultures, poetry-texts, heteronyms: Patrick Meyer’s work is defined by the artist’s relationship with the global cultural and social fabric, outside of any monumental consumption.
His work – open to the worldwide public – evolves within the scope of time, a time that is brought about by events, reactions and thoughts of the artist and recipient.
In a word, Patrick Meyer’s work brings about meetings and sets rendez-vous, managing time itself, which through its self-definition functions as the basic principle for the work’s development.
It is not always about meetings with the public, or as Marcel Duchamp put it “rendez-vous d’art”, vaguely stating that at some time during the day, any object that would come to his attention would be transformed into a ready-made object, but about rendez-vous leading to the development – not of the boundaries of art – but of art’s ability to endure, at a given time, within the social and cultural fabric.
While relying on this dilemma, the artist builds relationships with common forms of expression that arise from the actions and reactions of the social sphere. This leads him to clearly underline these external relationships within a cultural framework that resists the “society of the spectacle”.
One can say that his work is a kind of indirect social critique of the utopias of everyday life, through which he – first and foremost – is called on to take a stance, overthrowing all material impasses, while at the same time offering the public work to each one of us without any time limits.