Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Biennale2. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Biennale2. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Φεβ 2010

Aspasia Krystalla




«Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω την παρούσα κατάσταση πραγμάτων, θα την ονόμαζα – μετά το όργιο. Όργιο είναι όλη η εκρηκτική στιγμή της νεωτερικότητας, η στιγμή της απελευθέρωσης σε όλους τους τομείς.
Πολιτική απελευθέρωση, σεξουαλική απελευθέρωση, απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων, απελευθέρωση της γυναίκας, του παιδιού, των ασυνείδητων ενορμήσεων, απελευθέρωση της τέχνης. Επώμιση όλων των μοντέλων παράστασης και όλων των μοντέλων αντιπαράστασης. Ήταν ένα όργιο ολικό, στο όποιο έλαβαν μέρος το πραγματικό, το ορθολογικό, το σεξουαλικό, το κριτικό και το αντί-κριτικό , η αύξηση και η κρίση της αύξησης.
Διανύσαμε όλους τους δρόμους της παραγωγής και της δυνητικής υπερπαραγωγής αντικειμένων, σημείων, μηνυμάτων, ιδεολογιών, ηδονών. Σήμερα πλέον όλα έχουν απελευθερωθεί, ο κύβος ερρίφθη και ξαναβρισκόμαστε μπροστά στο καίριο ερώτημα –ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΕΤΑ ΤΟ ΟΡΓΙΟ;» Ζαν Μποντριγιάρ.



Το έργο της Ασπασίας Κρυσταλλά βασίζεται σε μια φωτογραφία του Hiroshi Sugimoto με τίτλο “ Hyena – Jackal – Vulture ”.
Με σχεδόν αφηγηματικό τρόπο, η καλλιτέχνης επιχειρεί να αποδώσει μια μικρογραφία της κοινωνίας και του πολιτισμού μέσα στον οποίο, ως αρπακτικά, καταναλώνουμε τον θάνατο, τα συναισθήματα και τα δικαιώματα του άλλου.
Θεατής πρωτίστως η ίδια, μας υπογραμμίζει μέσα από τη διπολική σχέση θεατή-καλλιτέχνη ότι η θέαση μιας εικονογραφημένης σχεδιαστικά εικόνας δεν είναι θέμα μιας απλής ανάγνωσης-θέασης αλλά μιας άμεσης καταγραφής μιας χειρονομίας που από μόνη της αποτελεί τμήμα της πραγματικότητας.

Το έργο της, βέβαια θέτει ένα άλλο ερώτημα. Ποιας πραγματικότητας; Του Hiroshi Sugimoto, της ίδιας; Μιας πραγματικότητας της υπερκαταναλωτικής κοινωνίας;
Μιας κοινωνίας της θέασης;




“If I had to characterise the current state of affairs, I would say that it is ‘after the orgy’. The orgy, in a way, was the explosive movement of modernity, of liberation in every domain. Political liberation, sexual liberation, liberation of productive forces, women's liberation, children's liberation, liberation of unconscious drives, liberation of art. The assumption of all models of representation, all models of anti-representation. It was a total orgy of reality, rationality, sexuality, critique and anti-critique, growth and crisis of growth.

We have explored all the paths of production and virtual overproduction of objects, signs, messages, ideologies, pleasures. Today everything has been liberated, the dice has been rolled, and we are faced with the crucial question: WHAT DO WE DO AFTER THE ORGY?” Jean Baudrillard

Aspasia Kristala’s work is based on a photograph taken by Hiroshi Sugimoto titled “Hyena – Jackal – Vulture”.
In an almost narrative way, the artist attempts to render a miniature of society and the culture in which, as vultures, we consume the death, emotions and rights of others.
She herself being the primary observer, she points out through the dual relationship of observer-artist that the viewing of an illustrated/drawn image is not a matter of simple reading-viewing, but a direct recording of a gesture that on its own forms part of reality.
Of course, her work poses another question. Which reality? That of Hiroshi Sugimoto or hers? The reality of an over-consuming society? A viewer society?

7 Οκτ 2009

Social and Artistic Praxis




Κάθε καλλιτεχνική πράξη αποτελεί μέρος κάποιας συγκεκριμένης κοινωνικής πράξεως. Τούτη διαδραματίζεται σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και «έχει» τον καιρό της.

Η έννοια της πράξης προέρχεται από τη φιλοσοφία του Κάρλ Μάρξ και απαντάται με διάφορες μορφές και εκδοχές σε πλείστες όσες παραφυάδες της μαρξιστικών καταβολών στόχασης. Η έννοια της κοινωνικής πράξης αποτελεί ακόμη και σήμερα αναπόσπαστο τμήμα ριζοσπαστικών κοινωνικών φιλοσοφιών που έχουν την αφετηρία τους στις κριτικές αναψηλαφήσεις και στις στοχαστικές διεισδύσεις στο χεγγελιανό φιλοσοφικό οικοδόμημα από τον Κάρλ Μαρξ και την περίφημη αναστροφή της σκέψης του Εγέλου σε υλιστική κατεύθυνση.

Αν, ωστόσο, για τον γερμανό ιδεοκράτη, η γλαύκα της Αθηνάς ξεκινούσε το πέταγμά της το βράδυ, ως επακόλουθο και ως ερμηνεία μιας πράξης που προηγείται, ο μαθητής του από το Τρίερ επικεντρώνεται στην κοινωνική πράξη ως φιλοσοφική κατηγορία για να καταλήξει στην περίφημη θέση για τους φιλόσοφους που οφείλουν να αλλάξουν τον κόσμο.

Η πράξη, ωστόσο, δεν πρέπει να νοηθεί απλώς ως δράση, ούτε ως οδηγία προς μια συγκεκριμένη πρακτική συμπεριφορά. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε πράξη, πέρα από τη χρήση της στην καθημερινή γλώσσα, δεν είναι τίποτε άλλο από τον συγκερασμό των σημασιών των δύο αρχαιοελληνικών ρημάτων, του «ποιείν» και του «πράττειν».

Στην καθημερινή συνείδηση είναι πρόχειρη η διάκριση ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη. Τούτος ο δυϊσμός έχει και την ιδιαίτερη εκδοχή του στην παράδοση του φιλοσοφικού στοχασμού. Η φιλοσοφία της πράξεως, σε όλες τις μεταχεγγελιανές εκδοχές της, βάλλεται με το χεγγελιανών καταβολών επιχείρημα, ότι η θεωρία παραμένει και οφείλει να παραμένει πάντοτε θεωρία, η οποία απλώς αναλύει την πράξη και η όποια επίδρασή της στην πράξη δεν επιφέρει την αυτοαναίρεσή της ως θεωρία.

Στον αντίποδα η φιλοσοφία της πράξης προτάσσει το επιχείρημα ότι γνωρίζουμε το όν ενόσω το διαμορφώνουμε. Η «γνώση» που μας παρέχει η καλλιτεχνική πράξη αφορά, εν πολλοίς, και τούτη τη διαδικασία γνώσεως των όντων μέσα από τη διαμόρφωσή τους.

Ο στοχαστής και ο καλλιτέχνης κινούνται στο πλαίσιο της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα σε αυτό που οι φαινομενολόγοι ονομάζουν βιόκοσμο (Lebenswelt) και την ταυτόχρονη κριτική αποστασιοποίηση από αυτόν. Ο βιόκοσμός μας είναι το δεδομένο από το οποίο προσδιοριζόμαστε και από το οποίο επιχειρούμε να εξέλθουμε υπερβαίνοντας τα όρια που μας θέτει μέσω της καταύγασής του. Η κοινωνική πραγματικότητα – η ελληνική λέξη παραπέμπει στην έννοια της πράξεως, όπως και η λέξη πράγμα- δεν μπορεί να κατανοηθεί ως ένα πεδίο απλών δεδομένων. Η πραγματικότητα δεν είναι άθροισμα δεδομένων. Οι εμπειρίες του βιόκοσμου δεν είναι ποτέ «καθαρές» εμπειρίες. Ένας τέτοιος ισχυρισμός από γνωσιοθεωρητική σκοπιά θα ήταν αφελής. Η εμπειρία εμπίπτει στην πράξη της ζωής. Τούτη διαπερνάται από αυτό που ονομάζουμε παράδοση, αλλά και από αυτό που ονομάζουμε «ιδεολογία». Η πραγματικότητα δεν είναι δεδομένη, αλλά κάτι μπορεί να εμφανιστεί «ως κάτι» μόνο στον ορίζοντα μιας διυποκειμενικής κατανόησης, ως αποτέλεσμα κοινωνικής πράξεως.

Η καλλιτεχνική πράξη είναι μια ιδιαίτερη μορφή κοινωνικής πράξεως. Ακόμη και σε εκείνες τις «αισθητικές» θεωρήσεις, που προβάλλουν ένα είδος αριστοκρατικής αντίληψης απέναντι στην κοινωνική πράξη, π.χ. σε εκείνη του Th. Adorno, απομένει πάντοτε ένα στοιχείο σύνδεσης με την τελευταία, και μάλιστα ως δυνατότητα μεταβολής της πραγματικότητας. Ακόμη και στις περιπτώσεις που η «προχωρημένη τέχνη» φαίνεται να απο-μακρύνεται από την κοινωνική πράξη και πραγματικότητα, τούτο δεν οφείλεται στα καλλιτεχνικά έργα, αλλά η κατάσταση τούτης της αποστασιοποίησης βαρύνει, κατά τον Adorno, την πραγματικότητα.

Από την άλλη η τέχνη έχει τη δυνατότητα να άρει την εμπειρική πραγματικότητα και να «συγκεκριμενοποιήσει τη σχέση προς εκείνο που έχει αρθεί» και αυτό το στοιχείο συγκροτεί «την ενότητα του αισθητικού και κοινωνικού της κριτηρίου και έχει για αυτό ένα είδος προνομίου».

Ο Adorno προχωράει παραπέρα στις αναλύσεις του χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη λογοτεχνία και υποστηρίζοντας ότι το έργο τέχνης συμπορεύεται με την κριτική σκέψη και συγκλίνει με το φιλοσοφικό στοχασμό: «Η αλήθεια του έργου τέχνης που ξεδιπλώνεται προοδευτικά δεν είναι καμία άλλη από εκείνη της φιλοσοφικής έννοιας…. »

Παρότι η φιλοσοφία κινείται στο χώρο της γλώσσας, όπως και η λογοτεχνία στην οποία αναφέρεται ο Adorno, και σε μια σειρά από τέχνες του χώρου της εικόνας εντοπίζουμε σχέσεις με το λόγο, εδώ ο σύγχρονος φιλοσοφικός αναστοχασμός (π.χ. Bernhard Waldenfels) διαπιστώνει, αναφορικά με την «Ορατότητα των αντικειμένων στην εικόνα», ότι «οι τάξεις του ορατού και του ρητού, παρόλες τις διαφορές, παραπέμπουν δομικά η μία στην άλλη και περιορίζουν η μία την άλλη υλικά».

Ας επανέλθουμε στην πράξη ως θεμελιώδη κατηγορία φιλοσοφικού αναστοχασμού. Από τη φιλοσοφική ανθρωπολογία του Arnold Gehlen γνωρίζουμε τη σημασία που προσδίδεται στην πράξη ως βασικό στοιχείο διαφοροποίησης του «μη καθορισμένου ζώου» (nicht festgestelltes Tier) από τα υπόλοιπα ζώα του πλανήτη. Η πράξη εδώ, δεν συσχετίζεται μόνο με τη διαδικασία της ανθρωπογένεσης, αλλά ορίζεται ως βασικό στοιχείο της conditio humana. Από το «ανειδίκευτο της φύσης» του ανθρώπου ο A. Gehlen, συμπεραίνει ότι τούτος «έχει να γεννήσει τους όρους της διαβίωσής του», δηλαδή ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από μια σχετική «έλλειψη» ως προς τη σχέση του προς το περιβάλλον στο οποίο ζει και κινείται. Επειδή ο άνθρωπος δεν είναι «εξειδικευμένος» στην προσαρμογή σε ένα περιβάλλον το γεγονός αυτό καθιστά αναγκαία την αυτενέργεια (Selbsttaetigkeit) του ώστε να μπορεί ο , λόγω έλλειψης εξειδικευμένης προσαρμογής στο φυσικό περιβάλλον, ανίσχυρος άνθρωπος να ανταποκριθεί και να καταστήσει δυνατή την φυσική του ύπαρξη και τούτο γίνεται μέσω «εμπειρικών και ελεγχόμενων πράξεων». Ο προσανατολισμός του στο «άπειρο πεδίο των εκπλήξεων» στο οποίο κινείται, όπου δε λειτουργεί, όπως τα ζώα, ενστικτωδώς και με οικονομία στα ερεθίσματα, δεν προκύπτει κατά τον A. Gehlen «θεωρητικά», αλλά πρακτικά. Ο άνθρωπος, σε αντίθεση με το ζώο, προχωράει σε μια «ενεργή μετεργασία του πεδίου έκπληξης σε έναν διαθέσιμο και σε έναν εποπτεύσιμο κόσμο συμπυκνωμένων υπαινιγμών από προσδοκώμενα ερεθίσματα και αποτελέσματα…»

Οι αναφορές αντίθετα στην έννοια της κοινωνικής πράξεως δεν αφορούν ανθρωπολογικές προσεγγίσεις του ζητήματος της πράξεως΄ περιστρέφονται γύρω από μια σειρά από παρεμφερείς και συγγενικές έννοιες που αφορούν την ανθρωπολογική καταβολή του ανθρώπινου, αλλά σχετίζονται και με την πολιτισμική παρουσία του ανθρώπου.

Η ανθρωπολογική διάκριση, ανάμεσα στην εργασία και την πράξη, που έχει προταθεί από τον J. Habermas, θεμελιώνεται μεν αναλυτικά – η εργασία αφορά την «ποίηση», παραγωγή ενός πράγματος , ενώ η πράξη αφορά στη διαμόρφωση των ανθρωπίνων σχέσεων -, αλλά απομακρύνει από τη θεμελιώδη σύνθεση της φιλοσοφίας της πράξης, η οποία δεν θέτει «ως βάση και κινητήρα της ιστορίας την πραγμοποίηση της οικονομίας, αλλά την ζωντανή ανθρώπινη δραστηριοποίηση». Οι σχέσεις και οι συνθήκες στις οποίες ζει ο άνθρωπος είναι απόρροια της ανθρώπινης πράξεως: «…συνεπώς η κοινωνικά καθορισμένη παραγωγή των ατόμων είναι … το σημείο αφετηρίας…» (Κ. Μαρξ). Έτσι, η κοινωνική εργασία- παραγωγή-πράξη είναι η αφετηρία και ο στόχος της αυτογνωσίας και αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου ως κοινωνικού και ιστορικού όντος.

Σε αυτή τη διαδικασία της παραγωγής και αναπαραγωγής των συνθηκών και των σχέσεων της ανθρώπινης διαβίωσης η καλλιτεχνική πράξη – δημιουργία είναι μια άλλη λέξη από το ευρύτερο σημασιολογικό πεδίο των συναφών εννοιών με την πράξη- καταλαμβάνει έναν ιδιαίτερο ρόλο. Η σχέση της τέχνης με το βιόκοσμο στον οποίο κινείται και διαμορφώνεται το άτομο είναι δεδομένη. Η καλλιτεχνική πράξη κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα της «παράδοσης» και στην ανάγκη υπέρβασης των επιβεβλημένων από την «παράδοση» ορίων. Η πραγμάτωση ενός πολιτισμού ολοκληρώνεται με την σταδιακή απώθηση και τον παραγκωνισμό της επιδερμικής εμπειρίας της καθημερινότητας και της άκριτης αποδοχής των παραδόσεων. Στη θέση τους εμφανίζονται ιδανικά και κανόνες που έχουν μια σχεδόν φιλοσοφική, ή σε κάθε περίπτωση κριτική στάση. Στην γνώση αυτού του τύπου αναζητά ο φαινομενολόγος και το ενδεχόμενο μιας «μακρόπνοης αλλαγής της συνολικής πράξης της ανθρώπινης υπόστασης, δηλαδή όλης της πολιτιστικής ζωής» (E. Husserl).

Η σημερινή καλλιτεχνική εμπειρία καλείται να αντιμετωπίσει φαινόμενα άλωσης προνομιακών πεδίων της δραστηριοποίησής της από διάφορες πτυχές της οικονομίας (design, γραφιστική, διαφήμιση) που καταγράφονται ως καταιγισμός εμπορικών «σημείων» και «συμβόλων» και συνθέτουν, κατά μέγα μέρος, την καθημερινότητα της σύγχρονης κοινωνικής πράξεως. Σε συνθήκες «πραγμοποιημένων» και «αλλοτριωμένων» σχέσεων η καλλιτεχνική πράξη εύκολα ολισθαίνει προς πρόχειρες λύσεις, αλώνεται εκ τω έσω λόγω έλλειψης αναστοχασμού και τα παράγωγά της εκπίπτουν σε φερέφωνα του υπάρχοντος. Η αναγκαία σύνδεση της τέχνης με τη φιλοσοφία είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Η υπόμνηση του Th. Adorno έχει εδώ ακριβώς τη θέση της: «Η ιδιοφυής αισθητική εμπειρία πρέπει να γίνει φιλοσοφία ή δεν είναι τίποτα».

Η σχέση φιλοσοφίας και τέχνης όφειλε να είναι αυτονόητη. Η καλλιτεχνική πράξη είναι ένα ανοιχτό πεδίο ερμηνειών και δυνατοτήτων διεύρυνσης του κόσμου μας. Η τέχνη δεν είναι απλώς απόρροια ή αντανάκλαση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής πράξης, όσο και αν εξαρτάται από αυτήν, αλλά ένα παιχνίδι – κα ως παιχνίδι μια πολύ σοβαρή υπόθεση- στην «κοσμοανοιχτωσιά» (M. Scheler) του ανθρώπου που προσθέτει συνεχώς «Είναι» στον κόσμο. Ο καλλιτέχνης αποδομεί και ανασυγκροτεί τον κόσμο που μας περιβάλλει. Η καλλιτεχνική πράξη ψηλαφίζει τα όρια του υπάρχοντος και τα δημιουργήματά της διανοίγουν ρωγμές και διόδους διαφυγής από την αλλοτριωμένη πραγματικότητα. Για τούτο ο καλλιτέχνης μπορεί να είναι δημιουργός με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο ή να μην είναι.

Όμηρος Ταχμαζίδης, Δημοσιογράφος


SOCIAL AND ARTISTIC PRAXIS

Every artistic praxis forms part of a concrete social praxis. This praxis takes place at a specific place and time, and “has” its own pace.

The concept of praxis stems from Karl Marx’s philosophy and can be found in various forms and versions in most branches of Marxist thought. Even today, the concept of social praxis forms an integral part of radical social philosophies that originate from Karl Marx’s critical re-evaluation and reflective penetration into the Hegelian philosophical structure and the historic turn of Hegelian thought in the direction of materialism.

However, although the German idealist noted that “the owl of Minerva spreads its wings only with the falling of the dusk” as a consequence and interpretation of a preceding praxis, his student from Trier focused on social praxis as a philosophical category, culminating in his famous opinion that philosophers ought to change the world.

Praxis, however, must not be seen simply as an action or as an instruction to adopt a concrete type of practical conduct. What we currently call praxis – outside its use in everyday language – is nothing more than a union of the meanings of two ancient Greek verbs, “poiein” (to make) and “prattein” (to act).

The everyday conscience makes a rough distinction between theory and practice. This dualism also has its own version in the tradition of philosophical thought. The philosophy of praxis, in all of its post-Hegelian versions, struggles with the Hegelian argument that theory is and must always be just that, a theory that simply analyses praxis, and that any effect it may have on praxis should not cause its self-negation as a theory.

Conversely, the philosophy of the praxis claims that we get to know the being while creating it. The “knowledge” offered to us by the artistic praxis mainly involves this process of knowing the beings through their creation.

Thinkers and artists move in the framework of the dialectical relationship between that which phenomenologists refer to as the lifeworld (Lebenswelt) and the simultaneous critical detachment therefrom. Our lifeworld is what defines us and it is the fact that we try to escape by transcending the limits that it sets for us through its illumination. Social reality – the Greek word for reality (pragmatikotita) refers to the concept of praxis, as does the Greek work pragma, meaning thing – cannot be understood as a field of simple facts. Reality does not constitute the sum of facts. The experiences of our lifeworld are never “pure” experiences. In terms of theory of knowledge, such an assertion would be naive. Experience comes under the praxis of life, which is penetrated by what we call tradition, and by what we call “ideology”. Reality is not a given fact; something can only appear “as something” on the horizon of an intersubjective understanding, as the result of social praxis.

Artistic praxis is a special kind of social praxis. Even in those “aesthetic” approaches, which present a type of aristocratic view of social praxis (e.g. that of Th. Adorno) there always remains a link to the latter, as an opportunity to change reality. Even when “advanced art” appears to be drifting away from social praxis and reality, this cannot be attributed to the artistic works since, according to Adorno, the whole situation surrounding this detachment places a burden on reality.

On the other hand, art is able to supersede empirical reality while at the same time “concretising its relation to that superseded reality” and this element constitutes “the unity of the social criterion of art with the aesthetic one... Art that succeeds in doing this has a prerogative”.

Adorno took his analyses a step further by using literature as an example and arguing that artwork goes hand-in-hand with critical thinking and converges with philosophical thought: “The progressive self-unfolding truth of the artwork is none other than the truth of the philosophical concept…”

Even though philosophy moves in the field of language, as does the literature to which Adorno refers, and although one can detect associations with language in a variety of visual arts, here, contemporary philosophical thought (e.g. Bernhard Waldenfels) discovers, with regard to the ‘visibility of objects in the picture’, that ‘the classes of the visible and the explicit, despite the differences, allude to each other structurally, and limit each other materially’.

Let us return to praxis as a fundamental category of philosophical thought. Arnold Gehlen’s philosophical anthropology has revealed the importance of praxis as a basic element for distinguishing the “not yet determined animal” (nicht festgestelltes Tier) from the other animals on the planet. Here, praxis is not only associated with the process of anthropogenesis, but is defined as the basic element of the conditio humana. The ‘unskilled nature of man’ led Gehlen to conclude that man ‘must create his living conditions’, i.e. man is defined by a relative ‘lack’ in terms of his relationship with the environment in which he lives and moves. The fact that man is not ‘skilled’ to adapt to an environment makes self-activity (Selbsttätigkeit) necessary in order for this weak – due to the lack of skilled adaptation to the natural environment – person to be able to react and make possible his physical existence, which can be achieved through ‘empirical and controlled acts’. According to Gehlen, man’s orientation towards the ‘infinite domain of surprise’ in which he moves and – like animals – acts instinctively, having limited stimuli, does not arise from ‘theory’, but from practice. As opposed to animals, man engages in the ‘active transformation of the field of surprise into an available and controllable world of concentrated implications based on anticipated stimuli and results...’

On the contrary, references to the concept of social praxis do not concern anthropological approaches to the issue of praxis, which revolve around a series of similar and related concepts on the anthropological heritage of man, but are related to the cultural presence of man.

The anthropological distinction between work and the praxis, which was proposed by J. Habermas, may be well-founded (work involves “poetry”, the production of a thing, whereas the praxis involves the building of human relations), but it diverges from the fundamental structure of the philosophy of praxis, according to which the base and engine of history is not the reification of the economy, but live human activation. Human relations and the conditions in which man lives result from human acts: “… hence the socially determined production of individuals is, of course, the point of departure…” (K. Marx). Thus, social work/production/praxis is the starting point and objective of the self-knowledge and self-actualisation of man as a social and historical being.

In this process of producing and reproducing the conditions and relations of human existence, artistic praxis (creation is another word taken from the broader semantic field of concepts associated with praxis) takes on a special role. The relationship between art and the lifeworld in which it moves and takes shape is a given. Artistic praxis moves between the reality of ‘tradition’ and the need to transcend the limits imposed by ‘tradition’. The materialisation of a culture is achieved through the gradual rebuttal and displacement of the superficial experience of everyday life and the blind acceptance of traditions. Ideals and norms that have an almost philosophical or in any case critical stance take their place. It is in the knowledge of this model that the phenomenologist seeks the possibility of an “all-embracing change in the practical order of human existence and thus of cultural life in its entirety” (E. Husserl).

Today’s artistic experience is called on to deal with the subjugation of privileged fields of its activation by various aspects of the economy (design, graphic design, advertising), which rain down on us as “signs” and “symbols” and largely form the everyday life of contemporary social praxis. Under conditions of “reified” and “alienated” relations, artistic praxis can easily resort to casual solutions and be subjugated from within due to the lack of reflection, thus resulting in its derivatives being reduced to the mouthpiece of the existing. The need to link art to philosophy is more than obvious. This is what is expressed by Th. Adorno’s assertion that “aesthetic experience is not genuine experience unless it becomes philosophy”.

The relationship between philosophy and art should have been self-evident. Artistic praxis is an open field of interpretations and opportunities to explore our world. Art is not just a product or reflection of concrete social praxis, as much as it may depend on it, but a game – and as a game, a grave matter – involving the “world openness” (M. Scheler) of the individual that constantly adds “Being” to the world. The artist deconstructs and reconstructs the world that surrounds us. Artistic praxis gropes for the boundaries of the existing, and its creations form cracks and paths of escape from the alienated reality. Therefore, the artist can be a creator in a very special way, or not.

Omiros Tahmazidis, Journalist


1 Αυγ 2009

One-ACT play for 1000+1 acts (and just as many theories) μονόΠΡΑΚΤΟ για 1000+1 πράξεις (κι άλλες τόσες θεωρίες)

Α: Η Υπατία κατακρεουργήθηκε από πρόθυμους για πράξη αλλά ανίκανους για θεωρία χριστιανούς. Η Σεχραζάτ, αντίθετα, έμεινε ζωντανή επειδή είχε τη θεωρία ότι μια ατελεύτητη σειρά ανολοκλήρωτων διηγήσεων θα προκαλούσε ικανή περιέργεια και ενδιαφέρον, ώστε να παραχθεί διάρκεια. Ο Βάγκνερ, στηριγμένος στην ίδια πάνω κάτω θεωρία, χρησιμοποιούσε περίεργους αρμονικούς συνδυασμούς που δεν λύνονταν με τους παραδοσιακούς τρόπους, καθυστερούσε κι άφηνε τη λύση να έρθει μόνο στο τέλειωμα του έργου, γεννώντας όμως ανυπομονησία ή και πλήξη σε πολλούς ακροατές του. Η ίδια θεωρία δεν έχει κατ’ ανάγκη τα ίδια αποτελέσματα. Και η ίδια πράξη, από την άλλη μεριά, σπάνια έχει την ίδια κατάληξη.

Ο Όργουελ καυτηρίασε τη σοβιετική τακτική επιτήρησης και ελέγχου στο «1984», αλλά σήμερα η ίδια συζήτηση και το ξέσπασμα στις κάμερες της τροχαίας έχει γίνει ένα είδος στερεότυπου στις δυτικού τύπου δημοκρατίες όπου η ανοχή έχει φτάσει στα όρια της απάθειας. Οι συμπεριφορές είναι εξαιρετικά προβλεπόμενες επειδή δεν επιβάλλονται τόσο κανονιστικά όσο υποβάλλονται μέσα από ποικίλους μηχανισμούς χειραγώγησης με την τηλεόραση στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι άνθρωποι παραιτούνται από τον ιδιωτικό τους χώρο και σπεύδουν να δηλώσουν συμμετοχή αυτοβούλως στον Μεγάλο Αδελφό, όπως, την εποχή που γραφόταν το μυθιστόρημα, έτρεχαν να χειροκροτήσουν τον Μεγάλο Πατερούλη. (Μήπως η παρομοίωση δεν είναι ταιριαστή; Σήμερα δεν φαίνεται να είναι πολλοί αυτοί που βρίσκουν νόημα στη συλλογική ζωή και δράση).
Τα πολιτικά υποκείμενα είναι περισσότερα από ποτέ, ως προϊόν των ελευθεριών που η δημοκρατία προσφέρει, κι όμως η δυσφορία είναι το κυρίαρχο αίσθημα, σαν να μην μας χωράει το σπίτι μας, σαν να είμαστε ξένοι στον τόπο μας. Οι διαφορετικές οπτικές θα μπορούσαν να οξύνουν την σκέψη μας αντί να θολώνουν την κρίση μας. Ίσως η τέχνη θα μπορούσε λειτουργώντας έμμεσα, υποδόρια, μακροπρόθεσμα, να μας οδηγήσει σε στοχαστικές προσαρμογές.

Στις μέρες μας ο τομέας που παράγει πράξεις αιχμής είναι η τεχνολογία.
Η κρίση είναι πρωταρχικά πρόβλημα ταχύτητας: οι θεσμοί και οι ιδέες δεν προλαβαίνουν να αφομοιώσουν τις νέες καταστάσεις που η τεχνολογία δημιουργεί, δεν προλαβαίνουν να πάρουν θέση απέναντί τους. Οι κατέχοντες επενδύουν στην επινοητικότητα, ενώ οι αδύναμοι καταφεύγουν στην εκκλησία. Πέρα από την σκληρή πραγματικότητα της εκμετάλλευσης, υπάρχει και ο τρόπος αντίληψης της πραγματικότητας και οι μέθοδοι αντιμετώπισής της. Ίσως είμαστε από τις τελευταίες γενιές αυτού του τύπου ανθρώπων, χωρίς γενετικές επεμβάσεις, χωρίς ηλεκτρονικά πρόσθετα, γεννημένοι από έναν άνδρα και μια γυναίκα, αλλά εστιάζουμε την προσοχή μας ακόμα σε εθνικές ομάδες και φυλές.

Η εκμηχάνιση κι ο αυτοματισμός, αντί για ελεύθερο χρόνο, δημιούργησαν ανεργία. Εντούτοις οι εργαζόμενοι έχουν ακόμα την ψευδαίσθηση πως ασκούν πίεση απεργώντας, και οι συνδικαλιστές μένουν ικανοποιημένοι από τα ποσοστά συμμετοχής στις απεργίες παραβλέποντας τη μη αποδοχή των αιτημάτων τους.
Θα μπορούσε κανείς να φέρει πλήθος παραδειγμάτων ρευστότητας κι αβεβαιότητας.
Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον ο κίνδυνος να εκπέσει η τέχνη σε υποκατάστατο ενός συνθήματος είναι άμεσος και υπαρκτός. Είναι απαραίτητα, επομένως, κάποια νέα πρότυπα δράσης, κι αυτό σημαίνει αναγκαιότητα συνεχούς αναθεώρησης των τρόπων αντιμετώπισης της καθημερινότητας, με ταυτόχρονη εστίαση στο κοντινό και στο απώτερο, με κινητικότητα και κριτική προθυμία απέναντι στο νέο και το διαφορετικό.
Η κοινωνία μας διαθέτει χίλιες και μία πράξεις. Σπασμωδικές, συνήθως, κι ασυντόνιστες, νοσταλγικές, οργισμένες, δύσθυμες, ξένες προς κάθε ορθολογισμό, αδιέξοδες.
Από θεωρία έχουμε ανάγκη. Θεωρία όχι απλώς εμπνευσμένη, αλλά και εμπνέουσα. Θεωρία που θα δώσει το σθένος και τη συναισθηματική στήριξη για πράξεις τομής και υπέρβασης.

Β: Λόγια, λόγια, λόγια… Και τι ύφος διακήρυξης! Σαν να είμαστε 100 χρόνια πριν. Η πράξη αποτελεί τη δοκιμασία κάθε ιδέας. Έχει την ενέργεια που λειτουργεί καθαρτήρια. Πράξη είναι η ευφυΐα της άρνησης. Το αλεξικέραυνο απέναντι στα αυτάρεσκα διανοητικά τεχνάσματα. Και είναι πια η ώρα να δώσουμε τα άγια στα σκυλιά. Αυτά. Δεν λέω τίποτε άλλο.

Γ: Δεν σας καταλαβαίνω. Γιατί χρειαζόμαστε έναν ακόμα δυϊσμό; Το να διακρίνεις την πράξη από τη θεωρία δεν διαφέρει από τη διαίρεση σε ύλη και πνεύμα.

Β: Άσε μας, σαχλαμάρα!

Α: Ανόητε.


One-ACT play for 1000+1 acts (and just as many theories)


A: Hypatia was mangled by Christians who were willing to act but incapable of theorising. Sheherazade, on the contrary, stayed alive because of her theory that an everlasting series of incomplete narratives would rouse enough curiosity and interest to produce continuity. Wagner, relying on more or less the same theory, used strange, harmonious combinations that could not be solved in the traditional ways; he stalled and only let the solution come at the end of the work, thus rousing impatience or even boredom in many of his listeners. The same theory does not necessarily lead to the same results. The act itself, on the other hand, rarely has the same outcome.

Orwell seared the Soviet practice of surveillance and control in 1984, however, today, the very same discussion and outburst against the traffic department’s surveillance cameras has become a sort of stereotype in westernised democracies, where tolerance now verges on indifference. Behaviours are extremely predictable because they are not so much imposed in a normative way as they are through various manipulative mechanisms, with television playing a leading role. People take leave of their private spaces and willingly rush to enter Big Brother, reminding us of the time when the novel was being written, when they ran to applaud the Big Father (Is this perhaps not a good comparison? Not many people today seem to find meaning in collective life and action).
There are more political subjects than ever, as a product of the freedoms provided by democracy; and yet, the feeling of discontent prevails, as if we are suffocated by our surroundings, as if we are strangers in our very own home. Different viewpoints could sharpen our senses instead of cloud our judgement. Perhaps art could, by functioning indirectly, subcutaneously and in the long-term, lead us to reflective adjustments.

In our days, the sector that produces leading-edge acts is the technology sector. Judgment is primarily a problem of speed: institutions and ideas do not have the time to absorb the new situations created by technology or to take a stance. The powerful invest in inventiveness, whereas the weak resort to the church.
Beyond the tough reality of exploitation, there are ways to perceive reality and methods to deal with it. Perhaps we are the last generations of this type of people, without genetic interventions, without electronic additions, born from a man and a woman, but we still focus our attention on national groups and races. Mechanisation and automation have created unemployment instead of leisure time. However, employees still have the illusion that they can exert pressure by striking, and trade unionists take pleasure in the strike participation rates, while overlooking the rejection of their demands.

One could give a number of examples of fluidity and uncertainty. In an environment such as this, the risk that art may be reduced to the substitute of a slogan is real and imminent. Therefore, there is a need for some new models of action, which will also bring about the need to constantly review the ways in which we deal with everyday life, while at the same time focusing on that which is both near and far, with a liveliness and willingness to critique the new and the different.
Our society has a thousand and one acts: spasmodic, usually, and uncoordinated, nostalgic, angry, morose, detached from any reason, impasses. We are in need of theory; not just theory that has been inspired, but that is inspiring; theory that will provide strength and emotional support to acts of elevation and transcendence.

B: Words, words, words… And all in the tone of a manifesto! It is like we just went back a hundred years. An act is the testing of ideas. It has the energy that has a cathartic effect. An act is the genius of rejection; the protector against smug intellectual wiles. It is about time we give dogs what is sacred. That’s it. I have nothing more to say.

C: I don’t get you. Why do we need yet another dualism? Distinguishing acts from theory is no different from dividing spirit and matter.

B: Oh please, cut the nonsense!

A: Fool.



Alexandra Katsiani and Thanassis Chondros
7 June 2009